Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amalgamate
01
ενώνω, συγχωνεύω
to combine different things, often diverse elements, into a single, unified whole
Transitive: to amalgamate two or more elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
amalgamate
γ΄ ενικό πρόσωπο
amalgamates
ενεστώτα μετοχή
amalgamating
απλός αόριστος
amalgamated
παθητική μετοχή
amalgamated
Παραδείγματα
Scientists are working to amalgamate various research findings into a comprehensive theory.
Οι επιστήμονες εργάζονται για να ενσωματώσουν διάφορα ερευνητικά ευρήματα σε μια ολοκληρωμένη θεωρία.
amalgamate
01
συγχωνευμένος, ενωμένος
formed by combining separate elements into a unified whole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amalgamate
συγκριτικός βαθμός
more amalgamate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team operated as an amalgamate force, blending diverse skills.
Η ομάδα λειτούργησε ως ενωμένη δύναμη, συνδυάζοντας διαφορετικές δεξιότητες.
Λεξικό Δέντρο
amalgamated
amalgamation
amalgamative
amalgamate
amalgam



























