amah
a
ˈɑ:
aa
mah
gammagramagrammadiorama

Ορισμός και σημασία του "amah"στα αγγλικά

01

υπηρέτρια, οικιακή βοηθός

a female domestic 
amah definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amahs
02

θηλάστρα, τροφός

a woman hired to suckle a child of someone else 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store