egoism
e
ˈi:
i
goi
gəʊɪ
gewi
sm
zəm
zēm
egotism

Ορισμός και σημασία του "egoism"στα αγγλικά

01

εγωισμός, αυτοκεντρισμός

the practice of placing one's own needs and desires above those of others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her egoism led her to take credit for others' work. 

Ο εγωισμός της την οδήγησε να πιστώνει σε αυτήν την εργασία των άλλων.

02

εγωισμός, αυτοκεντρισμός

(ethics) the theory that the pursuit of your own welfare in the basis of morality 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

egotism
egoism
ego
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store