Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Egoism
01
εγωισμός, αυτοκεντρισμός
the practice of placing one's own needs and desires above those of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her egoism led her to take credit for others' work.
Ο εγωισμός της την οδήγησε να πιστώνει σε αυτήν την εργασία των άλλων.
02
εγωισμός, αυτοκεντρισμός
(ethics) the theory that the pursuit of your own welfare in the basis of morality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
egotism
egoism
ego



























