eggwhisk
egg
ˈɛg
eg
whisk
wɪsk
visk

Ορισμός και σημασία του "eggwhisk"στα αγγλικά

01

αβγοδάρτης, μίξερ κρέμας

a mixer for beating eggs or whipping cream 
eggwhisk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eggwhisks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store