Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to egg on
01
προκαλώ, ενθαρρύνω
to encourage or provoke someone to do something, especially something risky
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
egg
ενεστώτας
egg on
γ΄ ενικό πρόσωπο
eggs on
ενεστώτα μετοχή
egging on
απλός αόριστος
egged on
παθητική μετοχή
egged on
Παραδείγματα
Sarah's friends egged her on to try bungee jumping during their vacation.
Οι φίλοι της Σάρα την παρακίνησαν να δοκιμάσει bungee jumping κατά τις διακοπές τους.



























