efficiency
e
ɪ
i
ffi
ˈfɪ
fi
cien
ʃən
shēn
cy
si
si
deficiencyproficiencysufficiencyinsufficiency

Ορισμός και σημασία του "efficiency"στα αγγλικά

01

αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα

the ratio of the output to the input of any system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

the ability to act or function with minimum effort, time, and resources 
Παραδείγματα
Home renovations took less time with the contractor's efficiency in planning and order of tasks. 

Οι ανακαινίσεις του σπιτιού πήραν λιγότερο χρόνο με την αποτελεσματικότητα του εργολάβου στον σχεδιασμό και τη σειρά των εργασιών.

Λεξικό Δέντρο

inefficiency
efficiency
efficacy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store