efficacy
e
ˈɛ
e
ffi
fi
ca
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "efficacy"στα αγγλικά

01

αποτελεσματικότητα

the power to bring about planned or wanted results 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Researchers are conducting clinical trials to further evaluate the efficacy of the new vaccine. 

Οι ερευνητές διεξάγουν κλινικές δοκιμές για να αξιολογήσουν περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του νέου εμβολίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

efficacious
efficiency
inefficacy
efficacy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store