Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
educational
01
εκπαιδευτικός, παιδαγωγικός
intended to provide knowledge or facilitate learning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The educational program aims to enhance students' understanding of environmental conservation.
Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στοχεύει στην ενίσχυση της κατανόησης των μαθητών για τη διατήρηση του περιβάλλοντος.
02
εκπαιδευτικός, διδακτικός
providing knowledge
Λεξικό Δέντρο
coeducational
educationally
educational
education
educate



























