economy class
e
ɪ
i
co
ˈkɒ
ko
no
my
mi
mi
class
klɑ:s
klaas

Ορισμός και σημασία του "economy class"στα αγγλικά

01

οικονομική θέση, θέση τουριστικής κατηγορίας

the cheapest accommodations on an airplane or train 
economy class definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
economy classes
Παραδείγματα
She booked an economy class ticket to save money on her trip. 

Κράτησε ένα εισιτήριο οικονομικής θέσης για να εξοικονομήσει χρήματα στο ταξίδι της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store