Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Economy
01
οικονομία
the system in which money, goods, and services are produced or distributed within a country or region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
economies
Παραδείγματα
The global pandemic caused significant disruptions to the economy, affecting businesses and employment worldwide.
Η παγκόσμια πανδημία προκάλεσε σημαντικές διαταραχές για την οικονομία, επηρεάζοντας τις επιχειρήσεις και την απασχόληση παγκοσμίως.
02
οικονομία, μείωση δαπανών
the practice of reducing expenditure or conserving resources
Παραδείγματα
Energy economy is a priority for sustainable development.
Η ενεργειακή οικονομία είναι προτεραιότητα για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
economy
01
οικονομικός, φειδωλός
using resources efficiently or sparingly, often emphasizing cost savings or minimal waste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most economy
συγκριτικός βαθμός
more economy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Economy packaging is often used by businesses to reduce shipping costs and environmental impact.
Η οικονομική συσκευασία χρησιμοποιείται συχνά από τις επιχειρήσεις για τη μείωση του κόστους αποστολής και της περιβαλλοντικής επίπτωσης.
Λεξικό Δέντρο
economic
economics
economist
economy



























