Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Economy
01
οικονομία
the system in which money, goods, and services are produced or distributed within a country or region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
economies
Παραδείγματα
The country's economy grew rapidly due to investments in technology and infrastructure.
Η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε γρήγορα λόγω των επενδύσεων στην τεχνολογία και τις υποδομές.
02
οικονομία, μείωση δαπανών
the practice of reducing expenditure or conserving resources
Παραδείγματα
They achieved economy by cutting unnecessary expenses.
Πέτυχαν οικονομία κόβοντας τις περιττές δαπάνες.
economy
01
οικονομικός, φειδωλός
using resources efficiently or sparingly, often emphasizing cost savings or minimal waste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most economy
συγκριτικός βαθμός
more economy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, consumption, efficiency
Παραδείγματα
Economy cars are designed for drivers who want reliability without the hefty price tag.
Τα οικονομικά αυτοκίνητα σχεδιάζονται για οδηγούς που θέλουν αξιοπιστία χωρίς την υψηλή τιμή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
economic
economics
economist
economy



























