Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Economics
01
οικονομικά
the study of how money, goods, and resources are produced, distributed, and used in a country or society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He decided to study economics to understand how markets work.
Αποφάσισε να σπουδάσει οικονομικά για να καταλάβει πώς λειτουργούν οι αγορές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
macroeconomics
microeconomics
economics
economy



























