Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ecology
01
οικολογία, επιστήμη του περιβάλλοντος
the scientific study of the environment or the interrelation of living creatures and the way they affect each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Ecology examines how plants and animals adapt to their environments.
Η οικολογία εξετάζει πώς τα φυτά και τα ζώα προσαρμόζονται στο περιβάλλον τους.
02
οικολογία, επιστήμη του περιβάλλοντος
the relation between plants and animals to each other and their environment
Παραδείγματα
Ecology helps us understand how human activities impact natural ecosystems.
Η οικολογία μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζουν τα φυσικά οικοσυστήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ecologic
ecologist
ecology
eco



























