Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ecological
01
οικολογικός, περιβαλλοντικός
related to the connection between animals, plants, and humans and their environment
Παραδείγματα
Ecological conservation efforts aim to protect biodiversity and preserve natural habitats.
Οι προσπάθειες οικολογικής διατήρησης στοχεύουν στην προστασία της βιοποικιλότητας και στη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων.
02
οικολογικός, περιβαλλοντικός
relating to the scientific study of how organisms interact with each other and their environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most ecological
συγκριτικός βαθμός
more ecological
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team conducted an ecological survey of the wetland.
Η ομάδα διεξήγαγε μια οικολογική έρευνα για το υγρότοπο.
Λεξικό Δέντρο
ecologically
unecological
ecological
ecologic
ecology
eco



























