eclat
ec
ˈeɪk
εικ
lat
lɑ:
λα
defatexpatspratsplat
éclat

Ορισμός και σημασία του "eclat"στα αγγλικά

01

επιτυχία

a remarkable accomplishment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eclats
Παραδείγματα
The company's new product launch was a success, receiving eclat in the market and generating significant sales. 

Η κυκλοφορία του νέου προϊόντος της εταιρείας ήταν επιτυχία, λαμβάνοντας éclat στην αγορά και δημιουργώντας σημαντικές πωλήσεις.

02

λαμπρότητα

ceremonial elegance and splendor 
03

ενθουσιασμός

enthusiastic approval 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store