Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abduct
01
απάγω, αρπάζω
to illegally take someone away, especially by force or deception
Transitive: to abduct sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
abduct
γ΄ ενικό πρόσωπο
abducts
ενεστώτα μετοχή
abducting
απλός αόριστος
abducted
παθητική μετοχή
abducted
Παραδείγματα
If the security measures fail, criminals will likely abduct more victims.
Αν τα μέτρα ασφαλείας αποτύχουν, οι εγκληματίες πιθανότατα θα απαγάγουν περισσότερα θύματα.
02
απάγω, απομακρύνω
to move a body part away from the center of the body or another part
Transitive: to abduct a body part
Παραδείγματα
The muscles in the hips abduct the thighs during certain movements.
Οι μύες των γοφών απάγουν τους μηρούς κατά τη διάρκεια ορισμένων κινήσεων.
Λεξικό Δέντρο
abducting
abduction
abductor
abduct
abduce



























