Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ebb away
01
ξεθωριάζω, μειώνομαι
to gradually decline, weaken, or diminish over time, often like the receding tide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
ebb
ενεστώτας
ebb away
γ΄ ενικό πρόσωπο
ebbs away
ενεστώτα μετοχή
ebbing away
απλός αόριστος
ebbed away
παθητική μετοχή
ebbed away
Παραδείγματα
Her excitement about the trip began to ebb away after the delay.
Ο ενθουσιασμός της για το ταξίδι άρχισε να μειώνεται μετά την καθυστέρηση.



























