Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ebb
01
υποχωρώ, ξεθωριάζω
to gradually decline or recede
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ebb
γ΄ ενικό πρόσωπο
ebbs
ενεστώτα μετοχή
ebbing
απλός αόριστος
ebbed
παθητική μετοχή
ebbed
Παραδείγματα
As the storm continued, the wind ebbed, providing a momentary relief.
Καθώς η καταιγίδα συνέχιζε, ο άνεμος υποχώρησε, προσφέροντας μια στιγμιαία ανακούφιση.
02
υποχωρώ, μειώνομαι
fall away or decline
03
περικυκλώνω, παγιδεύω
hem in fish with stakes and nets so as to prevent them from going back into the sea with the ebb
Ebb
01
άμπωτη, υποχώρηση της παλίρροιας
the outward flow of the tide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ebbs
02
άμπωτη, σταδιακή μείωση
a gradual decline (in size or strength or power or number)
Λεξικό Δέντρο
ebbing
ebb



























