Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
altered
01
τροποποιημένος, αλλαγμένος
changed in some way, but not completely transformed into something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most altered
συγκριτικός βαθμός
more altered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The medication caused her mood to be altered, leading to increased anxiety.
Το φάρμακο προκάλεσε αλλαγή στη διάθεσή της, οδηγώντας σε αυξημένη ανησυχία.
02
ευνουχισμένος, στειρωμένος
having testicles or ovaries removed
03
τροποποιημένος, προσαρμοσμένος
changed in order to improve or made more fit for a particular purpose
Λεξικό Δέντρο
unaltered
altered
alter



























