altered
Pronunciation
/ˈɔɫtɝd/

Ορισμός και σημασία του "altered"στα αγγλικά

01

τροποποιημένος, αλλαγμένος

changed in some way, but not completely transformed into something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most altered
συγκριτικός βαθμός
more altered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist observed how the altered genes affected the growth of the plant.
Ο επιστήμονας παρατήρησε πώς τα τροποποιημένα γονίδια επηρέασαν την ανάπτυξη του φυτού.
02

ευνουχισμένος, στειρωμένος

having testicles or ovaries removed
03

τροποποιημένος, προσαρμοσμένος

changed in order to improve or made more fit for a particular purpose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store