altered
al
ˈɔ:l
awl
tered
təd
tēd

Ορισμός και σημασία του "altered"στα αγγλικά

01

τροποποιημένος, αλλαγμένος

changed in some way, but not completely transformed into something else 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most altered
συγκριτικός βαθμός
more altered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The medication caused her mood to be altered, leading to increased anxiety. 

Το φάρμακο προκάλεσε αλλαγή στη διάθεσή της, οδηγώντας σε αυξημένη ανησυχία.

02

ευνουχισμένος, στειρωμένος

having testicles or ovaries removed 
03

τροποποιημένος, προσαρμοσμένος

changed in order to improve or made more fit for a particular purpose 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store