easy chair
Pronunciation
/ˈiːzi tʃˈɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "easy chair"στα αγγλικά

01

πολυθρόνα, άνετη καρέκλα

a large and comfortable chair or armchair
easy chair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
easy chairs
Παραδείγματα
I spent the afternoon lounging in the easy chair, sipping tea and listening to music.
Πέρασα το απόγευμα ξαπλώνοντας στην πολυθρόνα, πίνοντας τσάι και ακούγοντας μουσική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store