Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Easy chair
01
πολυθρόνα, άνετη καρέκλα
a large and comfortable chair or armchair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
easy chairs
Παραδείγματα
I spent the afternoon lounging in the easy chair, sipping tea and listening to music.
Πέρασα το απόγευμα ξαπλώνοντας στην πολυθρόνα, πίνοντας τσάι και ακούγοντας μουσική.



























