easy chair
ea
ˈi:
i
sy
zi
zi
chair
ʧeə
che

Ορισμός και σημασία του "easy chair"στα αγγλικά

01

πολυθρόνα, άνετη καρέκλα

a large and comfortable chair or armchair 
easy chair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
easy chairs
Παραδείγματα
After a long day, I like to relax in my easy chair with a good book. 

Μετά από μια μεγάλη μέρα, μου αρέσει να χαλαρώνω στην πολυθρόνα μου με ένα καλό βιβλίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store