Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to altercate
01
καβγαδίζω, έχω έντονη διαφωνία
to have a serious and heated argument with someone, often involving raised voices
Intransitive: to altercate | to altercate about sth | to altercate over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
altercate
γ΄ ενικό πρόσωπο
altercates
ενεστώτα μετοχή
altercating
απλός αόριστος
altercated
παθητική μετοχή
altercated
Παραδείγματα
The politicians continued to altercate during the debate, exchanging sharp words on policy issues.
Οι πολιτικοί συνέχισαν να αλληλοκατηγορούνται κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ανταλλάσσοντας κοφτερά λόγια για ζητήματα πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
altercation
altercate



























