to earmark
Pronunciation
/ˈiɹˌmɑɹk/, /ˈɪɹˌmɑɹk/

Ορισμός και σημασία του "earmark"στα αγγλικά

to earmark
01

κατανέμω, αποθέτω

to set aside something, such as funds or resources, for a specific purpose or use
Transitive: to earmark funds or resources for a purpose
to earmark definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
earmark
γ΄ ενικό πρόσωπο
earmarks
ενεστώτα μετοχή
earmarking
απλός αόριστος
earmarked
παθητική μετοχή
earmarked
Παραδείγματα
The budget should earmark funds for emergency situations to ensure preparedness.
Ο προϋπολογισμός θα πρέπει να διαθέτει κεφάλαια για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για να διασφαλίσει την ετοιμότητα.
01

χαρακτηριστικό γνώρισμα, διακριτικό σημάδι

a unique feature or trait that distinguishes someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earmarks
Παραδείγματα
The earmark of the new product line is its innovative design and functionality.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της νέας γραμμής προϊόντων είναι ο καινοτόμος σχεδιασμός και η λειτουργικότητά της.
02

σημάδι στο αυτί, σήμα αναγνώρισης στο αυτί ενός κατοικίδιου ζώου

identification mark on the ear of a domestic animal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store