Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to earmark
01
κατανέμω, αποθέτω
to set aside something, such as funds or resources, for a specific purpose or use
Transitive: to earmark funds or resources for a purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
earmark
γ΄ ενικό πρόσωπο
earmarks
ενεστώτα μετοχή
earmarking
απλός αόριστος
earmarked
παθητική μετοχή
earmarked
Παραδείγματα
The company decided to earmark a portion of its profits for employee training and development.
Η εταιρεία αποφάσισε να αποκλείσει ένα μέρος των κερδών της για την εκπαίδευση και την ανάπτυξη των εργαζομένων.
Earmark
01
χαρακτηριστικό γνώρισμα, διακριτικό σημάδι
a unique feature or trait that distinguishes someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earmarks
Παραδείγματα
Her creativity is an earmark of her success in the art world.
Η δημιουργικότητά της είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιτυχίας της στον κόσμο της τέχνης.
02
σημάδι στο αυτί, σήμα αναγνώρισης στο αυτί ενός κατοικίδιου ζώου
identification mark on the ear of a domestic animal



























