Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Early bird
01
νωρίς πουλί
someone who has a tendency to get up early every morning
Παραδείγματα
The conference starts at 8 AM, so all the early birds will get the best seats in the front row.
Η διάσκεψη ξεκινά στις 8 π.μ., οπότε όλα τα νωρίς ξυπνημένα πουλιά θα πάρουν τις καλύτερες θέσεις στην πρώτη σειρά.
02
νεανικό πουλί, πρωινό άτομο
a person who arrives early before others do



























