Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Earlobe
01
λοβός του αυτιού, αυχένας του αυτιού
the soft fleshy part of the external ear
Παραδείγματα
Her pierced earlobe healed quickly after the procedure.
Το τρυπημένο λοβό του αυτιού της έγειρε γρήγορα μετά την επέμβαση.
Λεξικό Δέντρο
earlobe
ear
lobe



























