earlobe
ear
ˈɪə
ιε
lobe
ləʊb
λεουμπ

Ορισμός και σημασία του "earlobe"στα αγγλικά

01

λοβός του αυτιού, αυχένας του αυτιού

the soft fleshy part of the external ear 
earlobe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
earlobes
Παραδείγματα
She tugged nervously at her earlobe while thinking. 

Τράβηξε νευρικά το λοβό του αυτιού της ενώ σκεφτόταν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

earlobe

ear

+

lobe

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store