earlobe
Pronunciation
/ˈɪɹloʊb/

Ορισμός και σημασία του "earlobe"στα αγγλικά

01

λοβός του αυτιού, αυχένας του αυτιού

the soft fleshy part of the external ear
earlobe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earlobes
Παραδείγματα
Her pierced earlobe healed quickly after the procedure.
Το τρυπημένο λοβό του αυτιού της έγειρε γρήγορα μετά την επέμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store