Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eagle
01
αετός, γεράκι
a large bird of prey with a sharp beak, long broad wings, and very good sight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eagles
Παραδείγματα
I wish I could see an eagle in the wild someday; they are such majestic creatures.
Εύχομαι να μπορούσα να δω έναν αετό στη φύση κάποια μέρα· είναι τόσο μεγαλοπρεπή πλάσματα.
02
αετός, έμβλημα δύναμης
an emblem representing power
03
αετός, χρυσό νόμισμα των δέκα δολαρίων
a former gold coin in the United States worth 10 dollars
04
αετός, eagle
a score of two strokes under par on a hole in golf
Παραδείγματα
She carded an eagle with a brilliant approach shot.
Έκανε έναν αετό με μια λαμπρή προσέγγιση.
to eagle
01
κάνω έναν αετό, ολοκληρώνω έναν αετό
shoot in two strokes under par
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eagle
γ΄ ενικό πρόσωπο
eagles
ενεστώτα μετοχή
eagling
απλός αόριστος
eagled
παθητική μετοχή
eagled
02
eagle (ρήμα): κάνω eagle, πετυχαίνω eagle
shoot two strokes under par



























