eagle
ea
ˈi:
i
gle
gəl
gēl
eagre

Ορισμός και σημασία του "eagle"στα αγγλικά

01

αετός, γεράκι

a large bird of prey with a sharp beak, long broad wings, and very good sight 
eagle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eagles
Παραδείγματα
I wish I could see an eagle in the wild someday; they are such majestic creatures. 

Εύχομαι να μπορούσα να δω έναν αετό στη φύση κάποια μέρα· είναι τόσο μεγαλοπρεπή πλάσματα.

02

αετός, έμβλημα δύναμης

an emblem representing power 
03

αετός, χρυσό νόμισμα των δέκα δολαρίων

a former gold coin in the United States worth 10 dollars 
04

αετός, eagle

a score of two strokes under par on a hole in golf 
Παραδείγματα
She carded an eagle with a brilliant approach shot. 

Έκανε έναν αετό με μια λαμπρή προσέγγιση.

to eagle
01

κάνω έναν αετό, ολοκληρώνω έναν αετό

shoot in two strokes under par 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eagle
γ΄ ενικό πρόσωπο
eagles
ενεστώτα μετοχή
eagling
απλός αόριστος
eagled
παθητική μετοχή
eagled
02

eagle (ρήμα): κάνω eagle, πετυχαίνω eagle

shoot two strokes under par 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store