Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eager beaver
01
πρόθυμος δουλευταράς, εργατικός και πρόθυμος
an energetic and eager individual who is willing to work hard
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eager beavers
Παραδείγματα
She's an eager beaver, always volunteering for extra work.
Είναι πρόθυμη δουλευταρού και πάντα προσφέρεται για έξτρα δουλειά.



























