Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
e'er
01
πάντα, αιώνια
always or at all times, a contraction of ever
Παραδείγματα
Love's light burns e'er steady, though storms may rage outside.
Το φως της αγάπης καίγεται πάντα σταθερά, αν και έξω μπορεί να μαίνονται θύελλες.



























