alprazolam
alp
ˈælp
ālp
ra
zo
lam
ˌlæm
lām

Ορισμός και σημασία του "alprazolam"στα αγγλικά

01

αλπραζολάμη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για να βοηθήσει άτομα με άγχος και κρίσεις πανικού να νιώθουν πιο ήρεμα

a medicine used to help people with anxiety and panic attacks feel calmer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sarah takes alprazolam when she feels very anxious. 

Η Σάρα παίρνει αλπραζολάμ όταν αισθάνεται πολύ ανήσυχη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store