dutch oven
dutch
ˈdʌʧ
dach
o
ʌ
a
ven
vən
vēn

Ορισμός και σημασία του "Dutch oven"στα αγγλικά

01

ολλανδικός φούρνος, χύτερο κατσαρόλα

an oven consisting of a metal box for cooking in front of a fire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Dutch ovens
02

χυτοσιδερένια κατσαρόλα, ολλανδικός φούρνος

a heavy cooking pot, usually made of cast iron, used for slow cooking methods such as braising, stewing, and baking 
Παραδείγματα
Grandma cooked her famous beef stew in a cast iron Dutch oven. 

Η γιαγιά μαγείρεψε το διάσημο βραστό βοδινού της σε μια χύτρα χυτοσιδήρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store