Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dustbin
01
σκουπιδοτενεκές, δοχείο απορριμμάτων
an large plastic or metal container that is kept outside for garbage to be stored and possibly recycled
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dustbins



























