Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Duette
01
ντουέτο
a musical composition for two performers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
duettes
02
ντουέτο, ντουετίστας
two performers or singers who perform together
LanGeek



























