Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dry-cleaned
01
στεγνό πλυμένο, καθαρισμένο με διαλύτη
cleaned with a solvent instead of water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dry-cleaned
συγκριτικός βαθμός
more dry-cleaned
διαβαθμίσιμο



























