Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drunk
01
μεθυσμένος, ξεκούρδιστος
having had too much alcohol and visibly affected by it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
drunkest
συγκριτικός βαθμός
drunker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became drunk after consuming several glasses of wine at the party.
Έγινε μεθυσμένος αφού κατανάλωσε πολλά ποτήρια κρασί στο πάρτι.
02
μεθυσμένος, ξερός
as if under the influence of alcohol
Drunk
01
μεθυσμένος, πονήρυκτος
a person who is in a state of intoxication resulting from the consumption of excessive alcohol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drunks
Παραδείγματα
The park bench was occupied by a drunk muttering to himself.
Το παγκάκι του πάρκου είχε καταληφθεί από έναν μεθυσμένο που μουρμούριζε στον εαυτό του.
02
μεθυσμένος, ξερός
someone who is intoxicated
drunk with something
01
overwhelmed or controlled by a strong emotion
Παραδείγματα
He was drunk with power after winning the election.



























