Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drumstick
01
μπαγκέτα τυμπάνου, ραβδί τύμπανου
a stick with a round head that is used to strike drums to produce sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drumsticks
Παραδείγματα
The drummer twirled his drumstick before starting the next song.
Ο ντράμερ γύρισε την τσόκα του πριν ξεκινήσει το επόμενο τραγούδι.
02
μπούτι, ποδαράκι κοτόπουλου
the lower leg portion of a bird, typically served as a distinct cut of meat
Παραδείγματα
She grabbed a drumstick from the platter.
Πήρε ένα μπούτι κοτόπουλου από το δίσκο.



























