Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drug
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drugs
Παραδείγματα
The pharmaceutical industry continually researches and develops new drugs to address emerging health challenges and improve patient outcomes.
Η φαρμακευτική βιομηχανία ερευνά και αναπτύσσει συνεχώς νέα φάρμακα για την αντιμετώπιση των αναδυόμενων προκλήσεων υγείας και τη βελτίωση των αποτελεσμάτων των ασθενών.
1.1
ναρκωτικό, ψυχοτρόπο
any illegal substance that people take in order to experience its mental or physical effects
Παραδείγματα
The use of drugs can lead to devastating consequences, including overdose, incarceration, and fractured relationships.
Η χρήση ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της υπερβολικής δόσης, της φυλάκισης και των θραυσμένων σχέσεων.
to drug
01
χορηγώ φάρμακο, δίνω φάρμακο
to give a substance to a person or animal, typically for medical reasons
Transitive: to drug a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drug
γ΄ ενικό πρόσωπο
drugs
ενεστώτα μετοχή
drugging
απλός αόριστος
drugged
παθητική μετοχή
drugged
Παραδείγματα
The anesthesiologist is currently drugging the patient to induce sleep before the operation.
Ο αναισθησιολόγος χορηγεί τώρα φάρμακα στον ασθενή για να προκαλέσει ύπνο πριν από την επέμβαση.
02
ναρκωτικά, καταναλώνω ναρκωτικά
to consume or use illegal drugs
Intransitive
Παραδείγματα
After years of drugging, he finally sought help to get clean and rebuild his life.
Μετά από χρόνια χρήσης ναρκωτικών, τελικά ζήτησε βοήθεια για να καθαρίσει και να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Λεξικό Δέντρο
druggist
drugless
drug



























