Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drowsy
01
υπνηλός, νυσταγμένος
feeling very sleepy
Παραδείγματα
The medication she took for her allergies made her drowsy, so she avoided driving.
Το φάρμακο που πήρε για τις αλλεργίες της την έκανε νυσταγμένη, γι' αυτό απέφυγε να οδηγήσει.
02
νυσταγμένος, αδιάφορος
feeling disinterested
Παραδείγματα
The uninspired training session led to a drowsy atmosphere among the employees.
Η απρόκλητη συνεδρία εκπαίδευσης οδήγησε σε μια νυσταγμένη ατμόσφαιρα μεταξύ των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
drowsily
drowsiness
drowsy
drowse



























