Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drown out
[phrase form: drown]
01
καλύπτω, επισκιάζω
to make something indistinguishable due to a more dominant or overwhelming factor
Transitive: to drown out a quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
drown
ενεστώτας
drown out
γ΄ ενικό πρόσωπο
drowns out
ενεστώτα μετοχή
drowning out
απλός αόριστος
drowned out
παθητική μετοχή
drowned out
Παραδείγματα
The bright stage lights had the ability to drown out the facial expressions of the performers.
Τα φωτεινά φώτα της σκηνής είχαν την ικανότητα να κατακλύζουν τις εκφράσεις του προσώπου των ερμηνευτών.
02
καλύπτω, πνίγω
to make a sound or noise so loud that it covers up other sounds
Transitive: to drown out a sound
Παραδείγματα
The protesters used loud chants to drown out the speeches of the opposing group.
Οι διαδηλωτές χρησιμοποίησαν δυνατά συνθήματα για να καταπνίξουν τους λόγους της αντίπαλης ομάδας.



























