Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drown out
01
καλύπτω, επισκιάζω
to make something indistinguishable due to a more dominant or overwhelming factor
Transitive: to drown out a quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
drown
ενεστώτας
drown out
γ΄ ενικό πρόσωπο
drowns out
ενεστώτα μετοχή
drowning out
απλός αόριστος
drowned out
παθητική μετοχή
drowned out
Παραδείγματα
The vibrant colors of the artwork were so captivating that they seemed to drown out the surrounding dullness.
Τα ζωηρά χρώματα του έργου τέχνης ήταν τόσο γοητευτικά που φαινόταν να καταπνίγουν την περιβάλλουσα μονοτονία.
02
καλύπτω, πνίγω
to make a sound or noise so loud that it covers up other sounds
Transitive: to drown out a sound
Παραδείγματα
The loud music from the party began to drown out the conversations in the room.
Η δυνατή μουσική από το πάρτι άρχισε να καλύπτει τις συζητήσεις στο δωμάτιο.



























