droll
droll
drəʊl
drewl
drilldrool

Ορισμός και σημασία του "droll"στα αγγλικά

01

αστείος με έναν ασυνήθιστο τρόπο, διασκεδαστικός με μια ιδιόμορφη ματιά

amusing in an unconventional, whimsical, or quirky manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
drollest
συγκριτικός βαθμός
droller
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian delivered a droll performance, blending clever wordplay with unexpected punchlines. 

Ο κωμικός παρουσίασε μια αστεία παράσταση, συνδυάζοντας έξυπνα παιχνίδια λέξεων με απρόσμενες ατάκες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store