Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alongside
01
δίπλα σε, κατά μήκος
used to indicate being positioned or situated next to something or someone
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new building stands alongside the old one.
Το νέο κτίριο βρίσκεται δίπλα στο παλιό.
02
δίπλα σε, σε συνεργασία με
in collaboration or cooperation with
Παραδείγματα
She worked alongside her colleagues to complete the project.
Δούλεψε μαζί με τους συναδέλφους της για να ολοκληρώσει το έργο.



























