Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drive away
01
διώχνω, απομακρύνω
to cause someone or something to leave or go away, often by force or persuasion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
drive
ενεστώτας
drive away
γ΄ ενικό πρόσωπο
drives away
ενεστώτα μετοχή
driving away
απλός αόριστος
drove away
παθητική μετοχή
driven away
Παραδείγματα
The loud noise from the construction site began to drive away the wildlife in the area.
Ο δυνατός θόρυβος από το εργοτάξιο άρχισε να διώχνει την άγρια ζωή στην περιοχή.
02
φεύγω με το αυτοκίνητο, απομακρύνομαι οδηγώντας
to leave a place by driving a vehicle
Παραδείγματα
As the sun set, they decided to drive away from the beach and head home.
Καθώς ο ήλιος έδυε, αποφάσισαν να φύγουν από την παραλία με το αυτοκίνητο και να κατευθυνθούν προς το σπίτι.



























