Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drive away
[phrase form: drive]
01
διώχνω, απομακρύνω
to cause someone or something to leave or go away, often by force or persuasion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
drive
ενεστώτας
drive away
γ΄ ενικό πρόσωπο
drives away
ενεστώτα μετοχή
driving away
απλός αόριστος
drove away
παθητική μετοχή
driven away
Παραδείγματα
The aggressive marketing tactics employed by the salesperson had the potential to drive away customers.
Οι επιθετικές τακτικές μάρκετινγκ που χρησιμοποίησε ο πωλητής είχαν τη δυνατότητα να απομακρύνουν τους πελάτες.
02
φεύγω με το αυτοκίνητο, απομακρύνομαι οδηγώντας
to leave a place by driving a vehicle
Παραδείγματα
The group of friends made plans to drive away for a spontaneous road trip.
Η ομάδα των φίλων έκανε σχέδια να οδηγήσει μακριά για ένα αυθόρμητο ταξίδι.



























