drippily
dri
ˈdrɪ
dri
ppi
pi
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "drippily"στα αγγλικά

01

με υπερβολικά συναισθηματικό τρόπο, με τρόπο υπερβολικά συναισθηματικό

in an overly emotional, sentimental, or cheesy way 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The couple stared at each other drippily as if no one else existed. 

Το ζευγάρι κοιτάζονταν δακρύβρεχτα σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

drippily
drippy
drip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store