drinkable
Pronunciation
/ˈdɹɪnkəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "drinkable"στα αγγλικά

01

ποτό, πόσιμο υγρό

any liquid suitable for drinking
drinkable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drinkables
01

πόσιμος, ασφαλής για κατανάλωση

(of a drink) suitable or safe for consuming
drinkable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drinkable
συγκριτικός βαθμός
more drinkable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The homemade lemonade is freshly prepared and perfectly drinkable on a hot summer day.
Το σπιτικό λεμονάδα είναι φρεσκοφτιαγμένο και τέλεια πόσιμο σε μια καυτή καλοκαιρινή μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store