Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drink
01
πίνω
to put water, coffee, or other type of liquid inside of our body through our mouth
Transitive: to drink a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
drink
γ΄ ενικό πρόσωπο
drinks
ενεστώτα μετοχή
drinking
απλός αόριστος
drank
παθητική μετοχή
drunk
Παραδείγματα
He prefers to drink hot chocolate in the winter, not in the summer.
Προτιμά να πίνει ζεστή σοκολάτα το χειμώνα, όχι το καλοκαίρι.
02
πίνω, καταναλώνω αλκοόλ
to consume alcohol as a habit or for pleasure
Intransitive
Παραδείγματα
She doesn't usually drink, but she'll have a cocktail at special occasions.
Συνήθως δεν πίνει, αλλά θα πιει ένα κοκτέιλ σε ειδικές περιστάσεις.
03
πίνω ένα ποτό, σηκώνω ένα ποτήρι
to raise a glass and sip in celebration or honor of someone or something
Intransitive: to drink to sb/sth
Παραδείγματα
They drank to the newlyweds, wishing them a lifetime of happiness.
Ήπιαν για τους νεόνυμφους, ευχόμενοι να έχουν μια ζωή γεμάτη ευτυχία.
Drink
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drinks
Παραδείγματα
She poured herself a refreshing drink after a long day.
Έριξε στον εαυτό της ένα δροσιστικό ποτό μετά από μια μακρά μέρα.
Παραδείγματα
They decided to meet for drinks after work to celebrate their colleague's promotion.
Αποφάσισαν να συναντηθούν για ποτό μετά τη δουλειά για να γιορτάσουν την προαγωγή του συναδέλφου τους.
03
ποτό, μέθη
the act of drinking alcoholic beverages to excess
04
ποτό, γουλιά
the act of swallowing
Λεξικό Δέντρο
drinker
drinking
drink



























