drill bit
drill
drɪl
dril
bit
bɪt
bit

Ορισμός και σημασία του "drill bit"στα αγγλικά

01

τρυπάνι, κορωνίδα τρυπανιού

a cutting tool used in conjunction with a drill to create holes in various materials, such as wood, metal, plastic, or concrete 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drill bits
Παραδείγματα
The carpenter used a drill bit to create holes for the screws in the wooden shelf. 

Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε ένα τρυπάνι για να δημιουργήσει τρύπες για τις βίδες στο ξύλινο ράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store