driftwood
drift
ˈdrɪft
ντριφτ
wood
wʊd
ουουντ

Ορισμός και σημασία του "driftwood"στα αγγλικά

01

ξύλο που επιπλέει, ξύλο που ξεβράστηκε στην ακτή

pieces of wood floating in water or washed up on the shore 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The beach was scattered with driftwood. 

Η παραλία ήταν διάσπαρτη με ξύλα που επιπλέουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

driftwood

drift

+

wood

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store