Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drifting
01
παρασυρμός, περιπλάνηση
aimless wandering from place to place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ολίσθηση, γλίστρημα
a motorsport technique where a driver intentionally oversteers, causing the rear wheels to lose traction, while maintaining control through a corner
Παραδείγματα
The driver initiated the drifting with a flick of the steering wheel and a tap of the brakes.
Ο οδηγός ξεκίνησε το drifting με μια κίνηση του τιμονιού και ένα πατηματάκι στα φρένα.
drifting
01
περιπλανώμενος, νομαδικός
continually changing especially as from one abode or occupation to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drifting
συγκριτικός βαθμός
more drifting
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
drifting
drift



























