Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drenched
01
πολύ βρεγμένος, μουλιασμένος
completely wet, soaked, or saturated with water or another liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drenched
συγκριτικός βαθμός
more drenched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beach towels were still drenched after being left outside to dry in the morning dew.
Οι πετσέτες της παραλίας ήταν ακόμα κουρδισμένες αφού είχαν αφεθεί έξω να στεγνώσουν στον πρωινό δρόσο.
Λεξικό Δέντρο
drenched
drench



























