drenched
drenched
drɛnʧt
drencht
clenchedbenchedentrenched

Ορισμός και σημασία του "drenched"στα αγγλικά

01

πολύ βρεγμένος, μουλιασμένος

completely wet, soaked, or saturated with water or another liquid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drenched
συγκριτικός βαθμός
more drenched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She emerged from the rainstorm drenched, her clothes clinging to her skin. 

Βγήκε από τη νεροποντή μουσκεμένη, τα ρούχα της κολλημένα στο δέρμα της.

Λεξικό Δέντρο

drenched
drench
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store