drenched
Pronunciation
/ˈdɹɛntʃt/

Ορισμός και σημασία του "drenched"στα αγγλικά

01

πολύ βρεγμένος, μουλιασμένος

completely wet, soaked, or saturated with water or another liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drenched
συγκριτικός βαθμός
more drenched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beach towels were still drenched after being left outside to dry in the morning dew.
Οι πετσέτες της παραλίας ήταν ακόμα κουρδισμένες αφού είχαν αφεθεί έξω να στεγνώσουν στον πρωινό δρόσο.

Λεξικό Δέντρο

drenched
drench
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store