Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drawer
01
συρτάρι, κιβώτιο
a sliding box-shaped piece of furniture found within a desk, dresser, or cabinet, used for organizing and storing items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
drawers
Παραδείγματα
She keeps her socks and underwear neatly folded in the top drawer of her dresser.
Κρατάει τις κάλτσες και τα εσώρουχα της τακτοποιημένα διπλωμένα στο πάνω συρτάρι της ντουλάπας της.
02
σχεδιαστής, ζωγράφος
an artist who produces drawings
Παραδείγματα
She is a talented drawer of portraits.
Είναι μια ταλαντούχα ζωγράφος πορτρέτων.
03
εκδότης, τραβών
a person who issues a check or draft, instructing the drawee to pay a specified sum
Παραδείγματα
The drawer signed the check before sending it to the bank.
Ο εκδότης υπέγραψε την επιταγή πριν την στείλει στην τράπεζα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
drawer
draw



























