Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Draftsman
01
σχεδιαστής, τεχνικός σχεδιαστής
an artist who specializes in creating detailed drawings or plans for technical purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
draftsmen
αρσενικό ενικό
draftsman
θηλυκό ενικό
draftswoman
neutral form
drafter
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
draftsmanship
draftsman



























