Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drafting
01
σχεδίαση, προσχέδιο
writing a first version to be filled out and polished later
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
σχεδιασμός σχεδίων, τεχνικό σχέδιο
the craft of drawing blueprints
03
σχέδιο, σύνταξη
the creation of artistic pictures or diagrams
04
η οδήγηση στον αεροδυναμικό σωλήνα, το drafting
the technique of closely following another vehicle or cyclist in races to reduce wind resistance and conserve energy
Παραδείγματα
During the race, he excelled at drafting behind his teammates.
Κατά τη διάρκεια του αγώνα, διακρίθηκε στο drafting πίσω από τους συμπαίκτες του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
drafting
draft



























